Μάγχη

(αγγλ. English Channel ή The Channel, γαλλ. La Manche = μανίκι). Θαλάσσιος βραχίονας (περ. 78.000 τ. χλμ.) μεταξύ του ηπειρωτικού όγκου της Ευρώπης (Γαλλία) και του νησιού της Μεγάλης Βρετανίας και συνδέει τη Βόρεια θάλασσα (προς ΒΑ) με τον Ατλαντικό ωκεανό (προς ΝΔ). Έχει μήκος 563 χλμ., μέγιστο πλάτος 240 χλμ., 180 στο δυτικό άκρο της και μόλις 35 στο ανατολικό, που ονομάζεται Στενό του Ντόβερ ή Πα-ντε-Καλέ. Το βάθος της Μ. αυξάνει καθώς προχωρεί από τη Βόρεια θάλασσα προς τον Ατλαντικό, φτάνοντας στο μέγιστο τα 172 μ., ενώ η αλμυρότητά της ελαττώνεται προοδευτικά από Δ προς Α, περνώντας από πλέον των 35,4% σε 34%o. Οι ακτές είναι χαραγμένες από βαθείς και ευρείς κόλπους, όπως ο κόλπος Λάιμ Μπέι στην αγγλική ακτή, και οι κόλποι Σεν-Μαλό και Σηκουάνας στη γαλλική ακτή· η διαμόρφωση των ακτών και η υποβρύχια μορφολογία κάνουν πολύ ακανόνιστες τις παλίρροιες, που παρουσιάζουν αρκετά σημαντικές επιβραδύνσεις. Λίγα νησιά υπάρχουν στη Μ.· κυριότερα είναι το Γουίτ, που χωρίζεται από τη Μεγάλη Βρετανία με δύο στενούς θαλάσσιους βραχίονες, το Σόλεντ και το Σπίτχεντ, και τα Νορμανδικά νησιά, που στηρίζονται στη γαλλική ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα, αλλά εξαρτώνται απευθείας από το βρετανικό Στέμμα. Το 1994 επιτεύχθηκε μετά από συζητήσεις σχεδόν δύο αιώνων (είχαν ξεκινήσει το 1802) η απευθείας σύνδεση μεταξύ των πλησιέστερων ηπειρωτικών σημείων της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας (Καλέ και Ντόβερ, αντίστοιχα) στο στενό της Μ., μέσω υποθαλάσσιου τούνελ για τη μεταφορά επιβατικών αυτοκινήτων και φορτηγών, ενώ το 2000 εγκαινιάστηκε μια νέα, ταχύτατη ακτοπλοϊκή γραμμή μεταξύ των δύο λιμανιών, κυρίως για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Η γαλλική ακτή στην Κοταντέν, στο στενό της Μάγχης. Το ακρωτήριο Φλαμανβίλ, στο στενό της Μάγχης.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αεροναυτική — Σύνολο πειραματικών δεδομένων, τεχνικών εφαρμογών και ποικίλων δραστηριοτήτων, οι οποίες συνδέονται με τις συνθήκες που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μετακινείται μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα με συσκευές που κατασκευάζονται γι’ αυτό τον σκοπό. Τo… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Κεντ — (Kent). Κομητεία (3.543 τ. χλμ., 1.329.653 κάτ. το 2001) της νοτιοανατολικής Αγγλίας, με πρωτεύουσα την πόλη Μέιντστοουν (Maidstone, 138.948 κάτ.). Στα Β βρέχεται από τον ποταμόκολπο του Τάμεση (Βόρεια θάλασσα), στα Ν από τη Μάγχη, στα Α από το… …   Dictionary of Greek

  • κλιπεΐδες — (clupeidae). Οικογένεια ψαριών της τάξης των κλιπεοειδών. Έχουν ατρακτοειδές στρογγυλό έως έντονα πιεσμένο πλευρικά σώμα, μήκους μέχρι 75 εκ., καλυμμένο με μεγάλα ασημένια, λεία και λεπτά λέπια, εκτός από την περιοχή του κεφαλιού. Το στόμα τους… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • αεροπλοΐα — Κλάδος της αεροναυτικής, που αναφέρεται στην κατασκευή και τον χειρισμό των αεροπλοίων, κατασκευών που πλέουν στον αέρα εξαιτίας της άνωσης που δέχεται η εγκλεισμένη ποσότητα αερίου (ηλίου, υδρογόνου, κλπ.). Οι πρώτες πτήσεις αεροστάτων έγιναν το …   Dictionary of Greek

  • αεροτρύπανο — Εργαλειομηχανή που χρησιμοποιείται για να ανοίγει τρύπες κάθε διαμετρήματος με τη βοήθεια πεπιεσμένου αέρα που παρέχεται από αεροσυμπιεστή. Οι εφαρμογές του είναι ποικίλες και σε όλους τους τομείς: την οδοποιία, την υδραυλική, τη μεταλλευτική και …   Dictionary of Greek

  • γαλιότα — Με την ονομασία αυτή ήταν γνωστά στον Μεσαίωνα δύο είδη πλοίων: το ένα έμοιαζε με γαλέρα, αλλά ήταν μικρότερο από αυτήν, είχε λιγότερα κουπιά και δύο πυροβόλα στην πλώρη. Τον τύπο αυτό χρησιμοποιούσαν κυρίως οι πειρατές του Αλγερίου, της Τύνιδας… …   Dictionary of Greek

  • θαλαμηγός — Σκάφη διαφόρων τύπων, από τους μικρούς ιστιοφόρους κέρκουρους έως τα πολυτελή ιστιοφόρα και ντιζελοκίνητα σκάφη ψυχαγωγίας. Συνηθέστερα ονομάζονται γιοτ, από την αγγλική ονομασία yαcht. Μια θ. με πανιά εφοδιάζεται συνήθως και με βοηθητική μηχανή …   Dictionary of Greek

  • κουτσομούρα — Κοινή ονομασία του περκόμορφου ψαριού Mullus barbatus της οικογένειας των μουλιδών ή μυλιδών. Πρόκειται για είδος μπαρμπουνιού, με σώμα πλευρικά πεπιεσμένο, μήκους έως 30 εκ., και κοντό κεφάλι, το οποίο φέρει ένα ζευγάρι μακριών μυστάκων κάτω από …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.